Δέηση

δέηση < μεσαιωνική ελληνική δέησις < αρχαία ελληνική δέησις < δέω/δέομαι(έχω ανάγκη,χρειάζομαι)

Σημασιολογία του δέω:

(ενεργητική ενεστώτα μόνο στο γ’ πρόσωπο) → δείτε τη λέξηδει
  1. → δείτε τη λέξηπρέπει
  2. μπορώ να κάνω κάτι που το ήθελα από καιρό → δείτε τη λέξηεδέησα
  3. καταδέχομαι να ασχοληθώ με κάτι
    επιτέλους, πότε θα δεήσει ο κύριος διευθυντής να ασχοληθεί με το ζήτημά μας
  4. (στο γ’ πρόσωπο, απροσώπως) για κάτι που επιτέλους έγινε
    εδέησε να βρέξει

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr