Γέννηση

γέννηση < μεσαιωνική ελληνική γέννηση < αρχαία ελληνική γέννησις

γέννησις < γεννάω

ασυναίρετος τύπος του γεννώ

γεννώ < αρχαία ελληνική γεννάω/γεννῶ

γεννάω < ενεργητική μορφή του γίγνομαι ίσως με αρχικό τύπο γεγενάω ή γέννα και -ω (οι περισσότεροι πάντως θεωρούν ότι η γέννα είναι παράγωγο του γεννάω)

γέννα < αρχαία ελληνική γέννα

Σημασιολογία του γεννώ:

  1. φέρνω στον κόσμο μια νέα ζωή (όταν το σπερματοζωάριο γονιμοποιεί το ωάριο. Και όχι, όπως λανθασμένα χρησιμοποιείται, όταν βγαίνει το παιδί από την έγκυο)
  2. (ψάρια, πουλιά) κάνω αβγά
  3. (μεταφορικά) δημιουργώ κάτι, παράγω εξ αρχής
  4. παθητική φωνή γεννιέμαι: έχω εκ φύσεως μια προδιάθεση ή μια ικανότητα

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr