Βοήθεια

Ετυμολογία

βοήθεια < αρχαία ελληνική βοήθεια

βοήθεια < βοηθ- (βοηθέω) + -εια < βοή + θέω (τρέχω στην βοή της μάχης για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου)

βοή < αρχαία ελληνική βοή

θέω < θεϝ– < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰew-: τρέχωρέω)

Σημασιολογία

βοήθεια θηλυκό

  1. η ενέργεια που στοχεύει στην υποστήριξη, στην ενίσχυση, στην προστασία ή στην ανακούφιση κάποιου
    δίνω τη βοήθειά μου
    σπεύδω προς βοήθεια
    καλώ σε βοήθεια
  2. (συνεκδοχικά) ό,τι προσφέρεται με την παραπάνω ενέργεια
    η βοήθειά τους ήταν σημαντική
  3. (συνεκδοχικά) το πρόσωπο που προσφέρει την παραπάνω ενέργεια
    οι φίλοι είναι βοήθεια στις δύσκολες στιγμές

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr