βαπτίζω

Ετυμολογία της λέξης βαπτίζω

βαπτίζω < αρχαία ελληνική βαπτίζω

βαπτίζω < βάπτω

βάπτω < αρχαία ελληνική βάπτω   (άλλη μορφή του βάφω)

βάπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷabʰ

Σημασιολογία της λέξης βαπτίζω

  1. βυθίζω σε νερό
    Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. (Αλέξανδρος ΠαπαδιαμάντηςΤο χριστόψωμο)

Σημασιολογία του ρήματος βάπτω

  1. βουλιάζωβυθίζω
  2. βάφω
  3. γεμίζω την κούπα με κρασί βυθίζοντάς την σε δοχείο που έχει κρασί

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr