Ανάσκελα

ανάσκελα < μεσαιωνική ελληνική ανάσκελα < ανά + σκέλος

σκέλος < αρχαία ελληνική σκέλος

Σημασιολογία του σκέλος:

  1. (λόγιο) καθένα από τα δύο κάτω άκρα δίποδου ή τα πίσω άκρα τετράποδου
  2. (μεταφορικά) κάθε τι που μοιάζει με πόδι
  3. (γενικότερα) το καθένα από όμοια ή παρόμοια πράγματα και ειδικότερα όταν πρόκειται για δύο
    το δεύτερο σκέλος της εξισώσεως περιλαμβάνει μόνο τον άγνωστο χι
    • τμήμα κοινού εννοιοσυνόλου (- αντικειμένου) μαζί με άλλα συστατικά, όμως χωρικά ή νοερά ξεχωριστό (μερικώς ή πλήρως διαχωρισμένο)
      ο υπερχιασματικός πυρήνας αποτελείται από δύο σκέλη

Σημασιολογία του ανάσκελα:

  • για άνθρωπο που είναι ξαπλωμένος σε μια επιφάνεια, με την πίσω πλευρά του σώματος να εφάπτεται σε αυτήν, σε ύπτια θέση

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr