Έρωτας

έρωτας < αρχαία ελληνική ἔρως < ἔραμαι/ἐρῶ
ἔρως < ομόρ. του ἔραμαι (ἐράω)

ένθερμη αγάπη, έρωτας, πόθος, λίμπιντο

Σημασιολογία:

  1. σαρκική έλξη ενός ατόμου προς άλλο, έντονη επιθυμία ή αγάπη, υπερβολική αφοσίωση
  2. η σχέση μεταξύ ερωτευμένων
  3. το αντικείμενο της ερωτικής επιθυμίας
  4. η σαρκική επαφή, η ερωτική πράξη
  5. βαθιά έλξη ή ενδιαφέρον
    έχω έρωτα με τα ιταλικά

Related Λήμματα

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαδρομές αυτογνωσίας και αυτοπραγμάτωσης
Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr