Έλληνας

Έλληνας < αρχαία ελληνική Ἕλλην
Όπως και το όνομα Ἑλλάς, θεωρείται ότι προέρχεται από τη λέξη Ἑλλοί ή Σελλοί (οι αρχαίοι κάτοικοι της περιοχής γύρω από το ιερό της Δωδώνης)
Σελλοί < αρχαία ελληνική Σελλοί < προελληνική

Σημασιολογία του Έλληνας:

Έλληνας αρσενικό, Ελληνίδα θηλυκό

  1. (εθνικό) αυτός που κατάγεται από την Ελλάδα ή έχει ελληνική ιθαγένεια ή υπηκοότητα
  2. αρχαϊκό και ομηρικό δημωνύμιο συχνά ευρύτερης ή μεταβλητής σημασίας
    • (ομηρικό) ο Φθιώτης, Θεσσαλός της Φθίας (ελληνογεννήτορες Μυρμιδόνες)
    • ο μυκηνόλωσσος – μυκηνόλωττος

Σχετικά Συντακτική ομάδα Consciousness.gr

Διαβάστε όλα τα άρθρα από Συντακτική ομάδα Consciousness.gr