ink

Ink

Κριτική της ταινίας

Από που έρχονται τα όνειρα;
Από που οι εφιάλτες;
Και τι είναι αυτό που διαφοροποιεί τον αντίκτυπό τους πάνω μας;

Ήδη στα πρώτα λεπτά αυτού του υπέροχου σκοτεινού παραμυθιού, ο σκηνοθέτης Jamin Winans μας δίνει η δική του απάντηση.
Και ο ίδιος άλλωστε, όταν ξεκίνησε να ετοιμάζει την δεύτερη αυτή ταινία του, είχε ένα όνειρο.

Να σκηνοθετήσει μια ταινία φαντασίας με θέμα τα ίδια τα όνειρα, την αγάπη, και τις ανθρώπινες σχέσεις, όλα αυτά φιλτραρισμένα μέσα από μια ιστορία που ακροβατεί μεταξύ της πραγματικότητας και της ονειρόχωρας και που η ίδια στο τέλος σου αφήνει την αίσθηση πως αυτό που μόλις είδες δεν ήταν τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από ένα όνειρο: ένα όνειρο πλημμυρισμένο με φιλοσοφικές αναζητήσεις, ανθρωπιά, μυστήριο, αγωνία και εικόνες τόσο δυνατές και έντονες που θα σε συντροφεύουν για αρκετό καιρό αφότου οι τίτλοι τέλους χαθούν από την οθόνη.

Το Ink παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 2009 στο Santa Barbara International Film Festival και έκανε τα πρώτα του δειλά βήματα σε διάφορες arthouse αίθουσες των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η κυκλοφορία του σε dvd ήταν το επόμενο βήμα και ίσως να ήταν και το τελευταίο αν το ημερολόγιο έδειχνε κάποιο έτος της προ internet εποχής.

Παρόλα αυτά το Ink παραμένει μια αδικημένη ταινία.
Αδικημένη γιατί ακόμα και αν η επιτυχία της στους underground κύκλους του φανταστικού δεν μπορεί παρά να σε χαροποιεί, νιώθεις πως η αδικία παραμένει όταν μια ταινία με τόση ψυχή, πάθος και επαγγελματισμό που αντισταθμίζει τις όποιες ατέλειες που μπορεί να έχει, παραμένει άγνωστη την ίδια στιγμή που εμπορικές δουλειές της σειράς κατακλύζουν τις αίθουσες προσφέροντας μια από τα ίδια.

Γιατί ακριβώς το Ink είναι μια ταινία που δεν μπαίνει σε καλούπια.
Αν ανεπαίσθητα φέρνει στο νου την αισθητική του Donnie Darko, αυτό οφείλεται μόνο και μόνο στο γενονός πως και οι δύο ταινίες βρίσκονται στο χώρο ενός μυστηριώδους, σουρεαλιστικού, ονειρικού, φανταστικού κόσμου και στο ότι η πλοκή τους σου δίνει την εντύπωση πως ταξιδεύει μέσα απ’ τα δαιδαλώδη δρομάκια ενός χαώδους λαβυρίνθου μέχρι να φτάσει στην τελική κορύφωση όπου και τα κομμάτια του παζλ ενώνονται, χαρίζοντας την πολυπόθητη κάθαρση.

Εκεί οι ομοιότητες παύουν και το Ink στέκεται ως ένα έργο αυτόνομο και αυτόφωτο, μια μοναδική ταινία που περισσότερο βιώνεται παρά βλέπεται, ένα κινηματογραφικό low budget ποίημα που αγγίζει πτυχές της λογοτεχνίας ενός Neil Gaiman και τις κινηματογραφικές αρετές ενός Tim Burton, στις εποχές που η προσωπική αισθητική του τελευταίου δεν είχε χαθεί κάτω απ’τις πιέσεις των εταιριών παραγωγής.

Τι είναι τελικά όμως το Ink και πως κάποιος μπορεί να παρουσιάσει τη συγκεκριμένη ταινία χωρίς να δώσει spoilers ή πληροφορίες που θα χαλάσουν την απόλαυση του θεατή, ο οποίος οφείλει να κάνει δώρο στον εαυτό του μια προβολή του συγκεκριμένου παραμυθιού;

Σε πρώτη φάση είναι ακριβώς ένα παραμύθι που διηγείται την αιώνια μάχη μεταξύ εκείνων που μας ανοίγουν τις πύλες στις χώρες του ονείρου και του εφιάλτη κάθε φορά που τα μάτια μας κλείνουν μέσα στη νύχτα.

Η απάντηση του σκηνοθέτη στην ερώτηση με την οποία ξεκίνησε η συγκεκριμένη παρουσίαση είναι πως τα όνειρα μας τα χαρίζουν οι Storytellers, πνεύματα παραμυθάδες σαν τον ίδιο τον Winans, και τους εφιάλτες μας οι Incubi, δαίμονες που στα διαρκώς χαμογελαστά τους πρόσωπα καθρεφτίζεται η ίδια η ανθρώπινη ματαιοδοξία.

Κάπου ανάμεσα στους δυο αυτούς κόσμους, ο Ink, ένα μυστηριώδες πλάσμα, ντυμένο με κουρέλια και μια μαύρη κουκούλα η οποία καλύπτει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, απαγάγει την Emma (Quinn Hunchar), ένα κορίτσι απ’ τον πραγματικό κόσμο, και τη φέρνει στον κόσμο των ονείρων.

Μια νέα σύγκρουση μεταξύ των Storytellers και των Incubi ξεκινά με στόχο την ίδια τη ψυχή της Emma και ο μυστηριώδης Ink έχει κάποιο σημαντικό ρόλο να παίξει…

Σε ένα δεύτερο επίπεδο όμως το Ink είναι μια συναισθηματική ταινία με θέμα τις ίδιες της ανθρώπινες σχέσεις.

Είναι η ιστορία ενός πατέρα ο οποίος προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της ζωής του μετά από μια προσωπική τραγωδία.

Είναι το δράμα ενός ανθρώπου που έχει αφήσει την επαγγελματική του επιτυχία να κλέψει κάθε δευτερόλεπτο το οποίο θα μπορούσε να χαρίσει στην οικογένειά του και σε όσους αγαπάει.

Είναι η ιστορία ενός κοριτσιού που προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της πραγματικότητας μέσα από τα δικές της προσωπικές ονειροβασίες.

Είναι η ιστορία ανθρώπινων επιλογών και ένα μικρό δοκίμιο πάνω σε ένα ερώτημα που πολλές φορές θέτουμε στους ίδιους μας τους εαυτούς: τι θα είχε συμβεί αν είχα κάνει μια διαφορετική επιλογή;

Το πως τα δύο επίπεδα συνδέονται είναι κάτι που αξίζει να δείτε ή καλύτερα να βιώσετε αφιερώνοντας ένα απόγευμα στο Ink.

Και αν αναρωτιέστε, θα απαντήσω ευθέως.
Φυσικά και δεν είναι τέλειο το Ink.
Μα για κάθε ατέλεια του υπάρχει κάτι άλλο που θα σου χαρίσει απλόχερα ένα αντάλλαγμα.

Ο περιορισμός του budget είναι εμφανής στις σκηνές των μαχών για παράδειγμα, η αισθητική του κόμικ όμως που τις χαρακτηρίζει σε κάνει γρήγορα να το ξεχνάς.

Κάποιες ερμηνείες θα μπορούσαν ίσως να είναι καλύτερες, κάτι που όμως προσπερνάς μπροστά στις δυνατές ερμηνείες των βασικών πρωταγωνιστών καθώς και στο γεγονός πως οι χαρακτήρες του Ink, τουλάχιστον όσοι προέρχονται απ’ την ονειρόχωρα, είναι τόσο περίεργοι και ιδιαίτεροι που δίνουν από μόνοι τους credits στο τελικό αποτέλεσμα.

Ένας τυφλός ιχνηλάτης, περιπλανώμενες ψυχές θύματα της ματαιοδοξίας τους, οι τρομακτικοί Incubi, και φυσικά ο ίδιος ο Ink είναι πλάσματα που όμοια τους δεν βλέπουμε πολύ συχνά στον κινηματογράφο.

Στο τέλος, είναι η ίδια η εικόνα, αυτό που βλέπεις στην οθόνη σου, πέραν της ίδιας της υπέροχης ιστορίας, το οποίο σε κερδίζει.

Είναι η ίδια η αίσθηση πως βρίσκεσαι μέσα σε ένα όνειρο, πως κάποια στιγμή οι εφιαλτικές εικόνες θα χαθούν και πως το μόνο που θα μείνει θα είναι οι ονειρικές εικόνες των Storytellers την ώρα που περπατούν μέσα σε ένα γαλήνιο δάσος, ένα χώρο απομακρυσμένο απ’ τη βουή της ίδιας της πραγματικότητας και του σύγχρονου αστικού τοπίου.

Όλα αυτά μαζί με το αριστουργηματικό soundtrack του ίδιου του Winans (ναι, εκτός απ΄ το σενάριο και τη σκηνοθεσία έχει γράψει ο ίδιος και τη μουσική) ένα ταξιδιάρικο χαλί ambient μουσικής το οποίο τονίζει κάθε δευτερόλεπτο της ταινίας, λες και το ίδιο να αποτελεί έναν ακόμα πρωταγωνιστή.

Γιατί στην τελική, το ίδιο το Ink είναι ένα μελοποιημένο κινηματογραφικό ποίημα.

Σε μια απ’ τις όμορφες σκηνές της ταινίας ο τυφλός ιχνηλάτης λέει πως το γεγονός πως έχει χάσει την όραση του δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία μιας και έχει διατηρήσει την ακοή του. Και αυτό γιατί μπορεί να ακούσει το ρυθμό: “Το ρυθμό του κόσμου. Είμαστε όλοι μέρος ενός τραγουδιού, εγώ απλά ακούω τη μουσική.

Στα πλαίσια αυτού του τραγουδιού, το Ink θα μπορούσε να μην είχε αδικηθεί.
Ο ρυθμός του τραγουδιού θα μπορούσε να ήταν διαφορετικός, ο Winans θα μπορούσε να είχε βρει χρηματοδότηση από κάποια μεγάλη εταιρία παραγωγής και η ταινία του να είχε γίνει γνωστή σε όλους μας.

Όμως τότε δε θα ήταν η ίδια ταινία, δε θα ήταν το ίδιο παραμύθι.
Γι’ αυτό ίσως είναι προτιμότερο που το Ink αδικήθηκε, γι’ αυτό ακριβώς αξίζει κάθε δευτερόλεπτο που θα αφιερώσεις στον παραμυθά που το έφερε στη ζωή, είτε δεις τις μικρού μήκους ταινίες του “Uncle Jack” και “Spin” οι οποίες είναι διαθέσιμες στο youtube, είτε το ίδιο το Ink.

Το γεγονός πως ο σκηνοθέτης επιμένει ανεξάρτητα και αυτή τη στιγμή ετοιμάζει την επόμενη ταινία του με τίτλο The Frame απλά αποδεικνύει πως μερικές φορές η επιμονή επιβραβεύεται: και, κάποιες φορές, τα όνειρα βγαίνουν αληθινά.

Trailer

Πηγή  κριτικής

http://www.filmboy.gr/2013/11/ink-2009.html

Σχετικά Ομάδα Consciousness.gr

Διαδρομές αυτογνωσίας και αυτοπραγμάτωσης
Διαβάστε όλα τα άρθρα από Ομάδα Consciousness.gr