υποκατάστατα ζωής
- Αυτοβελτίωση, Μαθήματα ζωής, Πνευματικότητα, Φιλοσοφία, Ψυχολογία

Υποκατάστατα ζωής

Στο μυθιστόρημα του Γιάννη Μαρή με τίτλο “Το μεγάλο παιχνίδι” ο ήρωας Κονταρίνης απευθυνόμενος στην παλιά του φίλη και εταίρα Μάγδα σε μια στιγμή συνειδητοποίησης της σκληρότητας των συνθηκών της ζωής, της απευθύνει το ερώτημα: “Μάγδα καταλαβαίνεις ότι είμαστε ζωντανοί νεκροί; Ότι είμαστε ψόφια κορμιά που απλά ξέχασαν να τα θάψουν”;

Αυτό το ερώτημα όταν το πρωτοαντίκρυσα στο βιβλίο του Μαρή, με αναστάτωσε εν πρώτοις. Αμέσως κατάλαβα ότι αναφερόταν στην ταραχώδη ζωή του Κονταρίνη, του ήρωα του βιβλίου, όμως σε δεύτερη ανάγνωση άρχισα να συνειδητοποιώ ότι το ερώτημα του ήρωα προς την φίλη του αφορά σε πολύ μεγάλη έκταση στον σύγχρονο άνθρωπο και στα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει.

Σε συνέχεια του ερωτήματος του βιβλίου, τίθεται εναγωνίως το επόμενο ερώτημα “τι ζωή ακριβώς ζούμε”; Τι επιλογές έχουμε κάνει και που μας οδήγησαν αυτές; Τι συνειδητοποιήσεις έχουμε για την ουσία της ζωής και της ύπαρξης; Κατανοούμε την Αλήθεια ή είμαστε παγιδευμένοι σε παρανοήσεις και πλάνες; Είμαστε συνειδητοποιημένοι μαχητές του αγώνα της πνευματικής ελευθερίας ή είμαστε παραδομένοι αμαχητί στην πνευματική μας φυλακή; Ζούμε μια ζωή γεμάτη ουσία ή απλά επιβιώνουμε; Έχουμε πάρει μια γεύση της όντως ζωής ή περνούμε τις μέρες μας στο περιβάλλον μιας ψευδεπίγραφης ευδαιμονίας; Αντιλαμβανόμαστε σε βάθος την ουσία και την πραγματική κατάσταση της ύπαρξης ή κρατιόμαστε ζωντανοί με υπο-κατάστατα ζωής και ύπαρξης;

Το ερώτημα της όντως ζωής είναι διττό:

Αφ’ενός αναφέρεται στην βίωση των χαρών του γήινου υλικού πεδίου με αυθορμητισμό, γνησιότητα και πάθος και στην απόλαυση κάθε ομορφιάς που η υλική ενεργειακή ζωή στην επίγεια παρουσία μας έχει να μας προσφέρει. Δελεαστική πολύ αυτή η πλευρά και μην ξεχνάμε ότι είναι και ο κύριος λόγος εξ’αιτίας του οποίου αποπλανώμαστε και πιστεύουμε ότι πραγματικά μπορούμε να λυτρωθούμε γευόμενοι πλήρεις πάθους τις ευδαιμονίες της εδώ ζωής. Δεν είναι κακό αυτό ούτε κατακριτέο, θέλει προσοχή όμως να μην χαθούμε στην πεποίθηση ότι μόνο αυτό υπάρχει και τίποτα άλλο. Την πτυχή αυτή της αυθόρμητης και αυθεντικής διαβίωσής μας με όλες τις υλικές και συναισθηματικές/ψυχολογικές απολαβές, χωρίς συμβιβασμούς και χωρίς ημίμετρα, την περιγράφουν πολύ εύγλωττα συγγραφείς στα ακόλουθα άρθρα με τίτλο “Υποκατάστατα ζωής” και “Δεν σε γεμίζουν τα υποκατάστατα“. Αξίζει τον κόπο μια ανάγνωση η οποία θα φωτίσει για τον καθένα κάποιες συμβατικές προσωπικές αλήθειες.

Αφ’ετέρου όμως ευτυχώς ή δυστυχώς υπάρχει και μια δεύτερη πτυχή στο ερώτημα περί ύπαρξης και βίωσης της όντως ζωής. Ποια είναι η όντως ζωή με πνευματικούς όρους; Τι σημαίνει βιώνω την όντως ζωή αν ενδοσκοπήσω και ανιχνεύσω την ζωή μου υπό πνευματική σκοπιά; Σημαίνει κατ’αρχάς συνειδητή αυτογνωσία ως τρόπο ζωής στην καθημερινότητά μου. Σημαίνει επίσης ότι επιδιώκω βαθύτερες συνειδητοποιήσεις για την καμπυλότητα του χώρου και των διαστάσεων και της ανυπαρξίας του χρόνου κατά τις ανθρώπινες συμβάσεις και έτσι κατ’επέκταση αρχίζω να αντιλαμβάνομαι πρακτικά βαθύτερα και ουσιαστικότερα την πραγματική φύση του σύμπαντους του οποίου είμαι και εγώ ενεργό μέλος. Έτσι αποκρυπτογραφώ την πραγματικότητα, αφήνομαι στο μυστήριο (μυστήριο = επέκταση συνείδησης) και εμπεδώνω ότι δεν υπάρχουν μόνο όσα φαίνονται αλλά πολύ περισσότερα. Σημαίνει τέλος την πλήρη παράδοσή μου στο εδώ και τώρα της ύπαρξης και την αρμονική συνύπαρξή μου με τις υπόλοιπες οδυσσόμενες υπάρξεις της δημιουργίας. Η τελική μου στόχευση είναι η γεύση (και όχι η απλή επίγευση) της όντως ζωής, της καθαρής μου δηλαδή πνευματικής ουσίας, σε άλλες διαστάσεις ύπαρξης απαλλαγμένες από πλάνες και από περιορισμούς του χωροχρόνου και του πεπερασμένου αντιληπτικού εύρους του βιολογικού μου υπολογιστή που λέγεται εγκέφαλος.

Μπροστά στην όντως ζωή, τόσο από υλική/ενεργειακή όσο και από πνευματική άποψη, η κατ’επίφαση ζωή που ζει ο περισσότερος κόσμος σήμερα ωχριά και φαντάζει πολύ μικρή, πολύ λίγη, πολύ ανεπαρκής για την ολότητα και την ουσία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αναζητώντας ασυνειδήτως συνήθως την όντως ζωή (διότι αυτή είναι κατά βάθος φτιαγμένος να βιώσει) πάντα είναι γεμάτος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την αίσθηση του ανικανοποίητου. Η ψυχή του αναζητά την λύτρωσή της, το πνεύμα αναζητά την συνάντηση με τους χώρους της αφθαρσίας και της αιώνιας ειρήνης και αλήθειας. Οι συνειδητές και ασυνείδητες προσπάθειες αναζήτησης αυτών των ποιοτήτων συνήθως πέφτουν στο κενό γιαυτό και ο άνθρωπος εισάγει στην διαβίωσή του υποκατάστατα.

Τα υποκατάστατα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, πάλι υπό το πρίσμα αφ’ενός της υλικής και ενεργειακής όψης της ζωής και αφ’ετέρου υπό το πρίσμα της πνευματικής της όψης.

Στην μεν πρώτη περίπτωση γεμίζουμε το σώμα μας και το νου μας με σκουπίδια και με ημίμετρα στη διατροφή, στη σκέψη, στα συναισθήματα, στις ανθρώπινες σχέσεις. Τα σκουπίδια αυτά φαίνονται αρχικά υποσχόμενα και λειτουργούν ως τα ναρκωτικά που έχουν τα πάνω και τα κάτω τους. Όταν έρχεται το high όλα είναι όμορφα αλλά κάποια στιγμή ό,τι και να γίνει θα έρθει και το low. Και όσο μεγαλώνουμε είναι χρέος μας να εμπεδώνουμε καλύτερα αυτόν τον κύκλο στον οποίο είμαστε καταδικασμένοι να πέφτουμε όταν επιλέγουμε υποκατάστατα/ναρκωτικά. Το high αναμφισβήτητα πάντα ακολουθείται από το low. Και όσο περισσότερο εθελοτυφλούμε για το low, τόσο πιο οδυνηρές θα είναι κάθε φορά οι συνέπειες στον ψυχισμό μας.

Στην δε δεύτερη περίπτωση, αυτή δηλαδή της πνευματικής όψης της ζωής, γεμίζουμε την καθημερινότητά μας με πεποιθήσεις, ψυχολογικές διαβεβαιώσεις, δοξασίες και δόγματα που μας κάνουν να νιώθουμε καλύτερα και να αποφεύγουμε τελικά την κατά πρόσωπο συνάντηση με την πνευματική μας όψη, με τα καίρια ερωτήματα συνύπαρξης με τον συνάνθρωπο και ψηλάφισης του Θεού Πατέρα και συνεπώς με την αδογμάτιστη υπαρξιακή Αλήθεια. Το αντίδοτο των υποκατάστατων στην πνευματική όψη της ζωής είναι η πρακτική εφαρμογή του αποφθέγματος “Πίστευε και μη, ερεύνα“.

Η υπαρξιακή αλήθεια του καθενός μοιάζει να έχει πολλές υποκειμενικές μεταφράσεις, στην πραγματικότητα όμως η υπαρξιακή αλήθεια είναι μία και οδηγούμαστε όλο και πιο κοντά σε αυτή όσο περισσότερο επιδιώκουμε συνειδητά την άσκηση της αυτογνωσίας και της αυτοέρευνας. Ας αποδεχτούμε την διττή μας φύση ως άνθρωποι, ότι είμαστε δηλαδή κράμα ζώου/σώματος και πνεύματος, ας αναζητήσουμε ενεργά το “μέτρον άριστον” και ας πετάξουμε τα σκουπίδια πάσης φύσεως από πάνω και από μέσα μας. Όταν απαλλαγούμε από τις τοξίνες αυτές και δούμε την ύπαρξή μας κατάματα, τότε θα έχουμε μπει στο σωστό μονοπάτι για την αναζήτηση της όντως ζωής εν μέσω της επίγειας παροδικής ζωής. Όσο σκληρή κι αν είναι η αλήθεια, οφείλουμε να αγαπήσουμε τον εαυτό μας και να θυμηθούμε ποιοί πραγματικά είμαστε.

Και για να πάρουμε κουράγιο στον αγώνα μας ας επανέλθουμε σε κάποιους στοχασμούς που μας υπενθυμίζουν ότι “η ζωή είναι ωραία“.

1 thought on “Υποκατάστατα ζωής

Comments are closed.