το μεγάλο παιχνίδι
- Λογοτεχνία, Μαθήματα ζωής, Τέχνη, Φιλοσοφία, Ψυχολογία

Το μεγάλο παιχνίδι

Αναδημοσιεύουμε ένα σύντομο απόσπασμα από το πολύ αγαπημένο περιπετειώδες μυθιστόρημα του Γιάννη Μαρή με τίτλο “Το μεγάλο παιχνίδι“.

Χωρίς καπέλο, με τα μαλλιά ανακατεμένα, σκοντάφτοντας στους λάκους των δρόμων έφτασα στο μικρό σπίτι κάτω από την Ακρόπολη. Τα παντζούρια ήταν κλεισμένα, αλλά από τις χαραμάδες είδα φως. Χτύπησα με όλη μου τη δύναμη. Κανείς δεν απάντησε και ξαναχτύπησα πιο δυνατά. Άκουσα την φωνή της.

  • Θα μου γκρεμίσεις το σπίτι, τρελέ! Ποιός είσαι;
  • Εγώ!…

Το μεθύσι και η απόγνωση έκαναν τη φωνή μου αγνώριστη. Πάλι άκουσα τη φωνή της:

  • Όποιος και να’σαι, έλα αύριο.

Χτύπησα με την απελπισία του μεθυσμένου. Άκουσα από μέσα μια φοβισμένη αντρική φωνή κι ύστερα τα βήματα της Μάγδας. Η πόρτα μισάνοιξε και την είδα μισόγυμνη. Σκέπαζε μ’ένα ρούχο το στήθος της και τα μάτια της πετούσαν φωτιές από το θυμό. Ήταν έτοιμη να με βρίσει, αλλά σταμάτησε μόλις με γνώρισε.

  • Εσύ; Πού βρέθηκες; Πού ήσουν όλον αυτόν τον καιρό; Νόμιζα πως πέθανες.
  • Πέθανα.

Η Εβραία μύρισε τον αέρα.

  • Είσαι μεθυσμένος;

Της έδειξα το μπουκάλι που είχα στην τσέπη μου.

  • Όχι, αλλά ήρθα να μεθύσω απόψε μαζί σου, Μάγδα.
  • Απόψε, είπε σιγά, δεν μπορώ.

Έδειξε με το κφάλι το εσωτερικό του σπιτιού.

  • Δεν είμαι μόνη.
  • Διώξε τον.

Δίσταζε. Μου είπε πως δεν γίνεται.

  • Πες του να φύγει, γιατί αλλιώς θα τον διώξω εγώ.

Επέμεινε για λίγο σκεφτική κι ύστερα γέλασε.

  • Να σου πω την αλήθεια, είχα κι εγώ όρεξη για καλή συντροφιά, Περίμενε στη γωνία κι έλα σε δέκα λεπτά.

Σε λίγα λεπτά είδα τον άνθρωπο που έφευγε βιαστικά. Ένα μικρό ανθρωπάκι που ζήτησε τον πληρωμένο έρωτα της Εβραίας μου κρυφά από τους ανθρώπους και τη γυναίκα του. Η Μάγδα με περίμενε στην πόρτα της. Μ’έμπασε μέσα και κλείδωσε. Με κοίταξε ξαφνιασμένη.

  • Πώς είσαι έτσι; Από που έρχεσαι;
  • Από το λιμάνι. Συνόδεψα κάποιον ως το βαπόρι κι ύστερα έφερα πίσω έναν νεκρό.

Δεν καταλάβαινε.

  • Νεκρό; Τι παραμύθια είναι αυτά που μου λες; Τι τον έκανες τον νεκρό;
  • Τον έθαψα.

Δεν πίστευε. Γέλασε.

  • Πού;

Χτύπησα το στήθος μου με την γροθιά μου.

  • Εδώ.
  • Βλέπω πως είσαι φέσι στο μεθύσι. Ξάπλωσε.
  • Ποτέ. Θα πιούμε πρώτα.

Άνοιξα το τελευταίο μπουκάλι κι ήπια κάμποσες χοντρές γουλιές.

  • Φέρε και το δικό σου ποτήρι.
  • Ώστε το πήρες απόφαση να γλεντήσουμε;
  • Θα το κάψουμε. Απόψε είμαι στα μεγάλα κέφια μου.

Με κοίταξε σαν να με μετρούσε.

  • Είσαι βέβαιος πως είσαι στα κέφια σου;
  • Βεβαιότατος.
  • Δεν σου φαίνεται.

Παρ’όλα αυτά πήρε ένα ποτήρι και ήρθε να σταθεί όρθια μπροστά μου. Της το γέμισα.

  • Στην υγεία των καθαρμάτων, είπα.
  • Τι;
  • Στην υγειά μας.

Για μια στιγμή φάνηκε σαν να σκεπτόταν αν έπρεπε να θυμώσει.

  • Στην υγεία του πεθαμένου μου, ξανάπα.
  • Αν συνεχίσεις να λες τέτοια θλιβερά πράγματα…

Άφησα το μπουκάλι κι αγκάλιασα τα πόδια της.

  • Μάγδα, θα το γλεντήσουμε.

Κατέβασε ήσυχα τα χέρια μου από πάνω της κι αποτραβήχτηκε. Το όμορφο πρόσωπό της είχε γίνει απότομα σοβαρό.

  • Τι έπαθες;
  • Το χειρότερο που μπορεί να πάθει ένας άνθρωπος, Μάγδα. Να μην το ευχηθείς ούτε στον εχθρό σου.
  • Τι;
  • Για μια στιγμή πίστεψα πως δεν είμαι εγώ.

Με κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.

  • Τι είπες; ρώτησε στο τέλος
  • Πίστεψα πως δεν είμαι εγώ. Πως θα μπορούσα να μην είμαι εγώ.

Ζάρωσε το όμορφο και απλοϊκό πρόσωπό της.

  • Αν ήρθες εδώ για να με κοροϊδέψεις, δίνε του.

Αποτραβήχτηκε πεισμωμένη από κοντά μου.

  • Μπορεί να είμαι… αυτό που είμαι, αλλά δεν δίνω σε κανέναν το δικαίωμα να με κοροϊδεύει. Ακούς; Σε κανέναν; Ούτε σε σένα ακόμη.
  • Δεν σε κοροϊδεύω Μάγδα. Αν κορόιδεψα κάποιον, αυτός ο κάποιος είναι ο εαυτός μου.

Σηκώθηκα κλονιζόμενος και πήγα κοντά της για να την αγκαλιάσω. Δεν μπορούσα να περπατήσω και σταμάτησα στην μέση του δρόμου. Εκείνη ήρθε κοντά μου και με βοήθησε να ξανακαθίσω στην πολυθρόνα μου. Ύστερα άρχισε με αργές κινήσεις να γδύνεται. Αυτή η κίνηση, στην οποία τόσο είχε συνηθίσει, την ξανάφερνε για λίγο στα νερά της. Στάθηκε ορθή απέναντί μου, με όλη την μεγαλοπρέπεια της μελαμψής σάρκας της, που πρόβαλε μέσα από τις δαντέλες των εσωρούχων της.

  • Ας σταματήσουμε τις φλυαρίες, είπε.

Πήρε το κεφάλι μου στα χέρια της και με φίλησε στο στόμα. Η αντίδρασή μου την απογοήτευσε. Με κοίταξε με μισόκλειστα μάτια.

  • Δεν μου λες, γιατί ήρθες σε μένα απόψε;

Σήκωσα τα χέρια μου και τα άφησα πάλι να πέσουν. Αλήθεια, γιατί είχα έρθει απόψε στην Μάγδα; Οπωσδήποτε όχι για έρωτα.

  • Σε κάποιον έπρεπε να πάω Μάγδα.
  • Και γιατί σε μένα, αφού… είσαι έτσι;
  • Γιατί δεν είχα κανέναν άλλον.
  • Κι όλοι αυτοί, με τους οποίους ζούσες τον τελευταίο καιρό;
  • Αυτοί δεν ζούσαν με μένα, Μάγδα. Αυτοί ζούσαν με κάποιον άλλον, που δεν ήμουν εγώ.

Πάλι έλαμψαν θυμωμένα τα μεγάλα μαύρα μάτια της.

  • Ξανάρχισες τις σαχλαμάρες σου;
  • Έχεις δίκιο. Σαχλαμάρες ήταν.

Σήκωσα το μπουκάλι και τράβηξα μερικές καινούργιες γουλιές, ενώ εκείνη με κοίταζε χωρίς να ξέρει τι έπρεπε να σκεφτεί. Απότομα όρμησε μέσα μου η απελπισμένη μελαγχολία, γέμισε όλο το κορμί μου ως την τελευταία ίνα του. Αισθάνθηκα μόνος, παρατημένος, ανήμπορος, τόσο ανήμπορος που δεν μπορούσα να κουνήσω ούτε το χέρι μου. Το μπουκάλι γλίστρησε από τα δάχτυλά μου.

  • Μάγδα, το σκέφτηκες ποτέ, πως είμαστε πεθαμένοι; Πως εσύ κι εγώ είμαστε δυο πεθαμένοι, που ξέχασαν να τους θάψουν;

Δεν άκουσα τι απάντησε. Όλα άρχιζαν να διαλύονται σε ένα θολό γκρίζο σύννεφο που πλησίαζε, πλησίαζε…Το σύννεφο ήρθε και με τύλιξε ολόκληρο. Στο βάθος του φάνηκε κάποιο φως και στο φωτεινό του αυτό άνοιγμα, το γλυκό πρόσωπο της Ιωάννας χαμογελούσε…

Σχετικά Ομάδα Consciousness.gr

Διαδρομές αυτογνωσίας και αυτοπραγμάτωσης
Διαβάστε όλα τα άρθρα από Ομάδα Consciousness.gr