Ποιός είναι πύλη παραδείσου
- Θρησκεία, Πνευματικότητα

Ποιός είναι;

Μια ιστορία ασκητών ενός ορθόδοξου μοναστηριού περιγράφει με αλληγορικό τρόπο την πορεία ενός μοναχού ασκητή προς τον αυτοέλεγχο, την αυτογνωσία και τον συνειδητό εκμηδενισμό των μυριάδων μορφών του εγωισμού από την ανθρώπινη ύπαρξη. Το γνωστό σε όλους μας δηλαδή “Τα σα εκ των σων, σοι προσφέρωμεν κατά πάντα και δια πάντα”.

Λέει αυτή η ιστορία πως κάποτε ένας μοναχός έκανε αγώνα πνευματικό και προσπαθούσε να φτάσει στην βασιλεία του Θεού και να βρεθεί στον παράδεισο. Μετά από πολύ κόπο και αγώνα βρέθηκε με τα πολλά στην πύλη του παραδείσου και χτύπησε δειλά για να του ανοίξουν. Έλαβε ερώτηση από τον Θεό: “Ποιός είναι;” και ο μοναχός απάντησε: “Εγώ είμαι Κύριε, εγώ που κάνω αγώνα πνευματικό και προσπαθώ να φτάσω ψηλά και να γίνω άγιος”. Και μετά την απόκρισή του αυτή προς το Θεό δεν πήρε καμμία απάντηση και η πύλη παρέμεινε κλειστή.

Με μεγάλη απογοήτευση ο μοναχός αποχώρησε και επέστρεψε στην επίγεια ζωή, στα καθημερινά του καθήκοντα και στον καθημερινό του αγώνα. Δεν πτοήθηκε από την ακύρωση της εισόδου του στον παράδεισο αλλά απεναντίας ενέτεινε τον πνευματικό του αγώνα και προσπάθησε να γίνει ακόμα πιο συνειδητός και προσεκτικός σε όλες τις προκλήσεις και τους πειρασμούς. Συνέχιζε όμως να σκέπτεται στο πίσω μέρος του μυαλού του πως μια μέρα σύντομα θα πετύχαινε να εισέλθει στην βασιλεία των ουρανών. Και μετά από λίγο καιρό ξαναβρέθηκε στην πύλη του παραδείσου και με περισσότερο θάρρος και αυτοπεποίθηση αυτή τη φορά ξαναχτύπησε την πόρτα και περίμενε απάντηση. Και πάλι η ίδια στιχομυθία: “¨Ποιός είναι;” και “Εγώ Κύριε”. Και πάλι η πύλη κλειστή και καμμία απόκριση.

Όλες αυτές οι εμπειρίες είχαν αρχίσει από τη μια να θλίβουν και να πονούν τον μοναχό από την άλλη όμως άρχισαν ανομολογήτως να αφυπνίζουν μέσα του μια άλλη διάσταση και αντίληψη για τη ζωή και την ύπαρξή του. Συνέχισε τον αγώνα του με συνειδητότητα και αυταπάρνηση αλλά αυτή τη φορά μια σιωπηρή εσωτερική φωνή τον ωθούσε διακριτικά προς μια ελαφρώς διαφορετική κατεύθυνση και αλλαγμένη προαίρεση απέναντι στη ζωή και στα πράγματα. Τον ενέπνεε πλέον μια διάθεση απροϋπόθετης παράδοσης στην ροή της Ζωής και στο θέλημα του Θεού. Έριξε εντελώς κάθε πάθος και κάθε τάση εγωισμού, τόσο τις φανερές όσο και τις έμμεσες και μη εύκολα ομολογούμενες εγωιστικές τάσεις. Εργάστηκε πάρα πολύ αυστηρά με τον εαυτό του εσωτερικά αλλά πάντα καθοδηγούμενος από την ανείπωτη Αγάπη του Θεού και του Αγίου Πνεύματος, την οποία άφηνε να μπαίνει μέσα σε καθετί που έκανε και να του δίνει χώρο για έκφραση και για δημιουργία.

Και κάποτε ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και βρέθηκε για μια ακόμα φορά μπροστά στο ιερό βήμα της πύλης του παραδείσου. Αυτή τη φορά δεν είχε ούτε άγχος, ούτε λογισμούς αλλά ούτε αισθανόταν αυτοπεποίθηση ή σιγουριά για τον εαυτό του. Απλά υπήρχε και ήταν σίγουρος για όσα ζούσε, χωρίς όμως αυτό να τον οδηγεί στην παραμικρή αίσθηση έπαρσης. Διακρινόταν από μια ήρεμη δύναμη. Με ταπεινότητα στέκεται στο κατώφλι του παραδείσου και χτυπά ξανά την πύλη. Έρχεται η αναμενόμενη ερώτηση από τον Θεό: “Ποιός είναι;” και ο μοναχός απαντά αυθορμήτως: “Εσύ Κύριε…” και ευθύς η πύλη άνοιξε και ο μοναχός εισήλθε σε μια άλλη διάσταση, σε μια διάσταση Αγάπης, στην διάσταση της Βασιλείας του Θεού.