Να ακούς και να αποδέχεσαι
- Αυτοβελτίωση, Πνευματικότητα, Ψυχολογία

Να ακούς και να αποδέχεσαι

Εισαγωγή

Πολλοί από εμάς συνειδητοποιούμε αρκετές φορές στη ζωή μας ότι γεμίζουμε με κύματα αρνητικής ενέργειας και υποβάλλουμε τον εαυτό μας σε διαρκή πίεση ακροβατώντας σε ένα τεντωμένο σχοινί, χωρίς ανάσες πνευματικής δροσιάς. Γιατί συμβαίνει αυτό; Οι λόγοι προφανώς πολλοί. Όλοι τελικά όμως εδράζονται στην πλάνη του αυτοαδράγματος, στην λανθασμένη πεποίθησή μας δηλαδή ότι είμαστε αυθύπαρκτοι ως στατικές παγιωμένες προσωπικότητες στο γήινο πεδίο, χωρίς υπερβατική διάσταση, χωρίς τον λεγόμενο θεϊκό σπινθήρα μέσα μας. Άμεσο αποτέλεσμα είναι η διαρκής φθορά από τους αγώνες επιβίωσης των μορφών του Εγώ μέσα μας να μας καταβάλλει και να μας μετατρέπει σε άχρωμες και στεγνωμένες προσωπικότητες που περιφέρονται με μηχανιστικό τρόπο από υποχρέωση σε υποχρέωση. Η ουσιώδης ευθύνη για τη διαχείριση της ζωής μας ευτελίζεται σε ένα πακέτο τετριμμένων ευθυνών για την διαχείριση των συνθηκών της ζωής μας. Έχει μεγάλη διαφορά η Ζωή από τις συνθήκες της ζωής τις οποίες εμείς ταυτίζουμε με την Ζωή.

Το Εγώ έχει αμέτρητες μορφές με τις οποίες εμφανίζεται, είτε αυτές είναι υλικά αντικείμενα και εξωτερικές μορφές είτε είναι εσωτερικά αντικείμενα όπως οι σκεπτομορφές, δηλαδή οι σκέψεις και τα απότοκα συναιθήματα. Σε όλο αυτό το παιχνίδι του Εγώ μας, στο μεγαλύτερο ποσοστό του γήινου χρόνου μας αφηνόμαστε παραδομένοι και ασυνείδητοι στα προστάγματα του εγωισμού μας, ξεχνώντας την φύση της ύπαρξης και της ζωής.

Υπάρχουν δύο μοτίβα συμπεριφορών που εμφανίζονται στους περισσότερους ανθρώπους διαχρονικά και τα οποία είναι ίσως από τα πιο δύσκολα να αναιρεθούν, να “σπάσουν”, ακριβώς διότι για να συμβεί αυτό απαιτείται πραγματική εσωτερική εργασία για να φωτιστεί το δόλιο Εγώ και οι μηχανισμοί που επιστρατεύει για την πνευματική υποδούλωσή μας. Τα δύο αυτά μοτίβα συμπεριφορών στον μέσο άνθρωπο είναι πρώτον ότι δεν ακούμε πραγματικά τους άλλους και δεύτερον ότι δεν αποδεχόμαστε τους άλλους για αυτό που πραγματικά είναι.

Μάθε να ακούς

Ένα πολυσυζητημένο θέμα είναι αυτό που σχετίζεται με το πως μπορούμε να γίνουμε καλοί και ισορροπημένοι ακροατές, αυτό που οι Άγγλοι αποκαλούν “sympathetic listeners”, δηλαδή άνθρωποι με την ικανότητα να συμπάσχουν με το πρόβλημα ή την όποια κατάσταση του άλλου και να ακούν ενεργητικά. Στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτό που συμβαίνει είναι ότι επιχειρούμε συνειδητά ή ασυνείδητα να προβάλλουμε τα δικά μας επιτεύγματα, τις δικές μας ικανότητες, τις δικές μας γνώσεις προς τους άλλους, επιδεικνύοντας στην πράξη μικρή αν όχι μηδενική προσοχή σε όσα οι άλλοι έχουν να μας πουν. Μπορεί να θεωρηθεί αστείο και εύκολο να επιτευχθεί αλλά στην πράξη φαίνεται ότι είναι δύσκολο αν δεν έχουμε πρωτίστως καταφέρει να κατευνάσουμε τις ανεξέλεγκτες ορμές του Εγώ μας. Το να καθίσουμε με προσοχή να ακούσουμε τον άλλο προϋποθέτει πρωτίστως εσωτερική ηρεμία και απουσία ανάγκης για αυτοεπιβεβαίωση. Απαραίτητη προϋπόθεση για επικοικοδομητική ακρόαση είναι να έχουμε εκμηδενίσει τους δικούς μας εσωτερικούς θορύβους, οι οποίοι δρουν ενοχλητικά και παραπλανητικά στην όλη διαδικασία. Οφείλουμε λοιπόν να αναλογιστούμε ποια είναι εκείνα τα στοιχεία και οι ανθρώπινες ανάγκες στην καθημερινότητά μας, η έλλειψη των οποίων μας προκαλεί συχνά την ανάγκη να αυτοπροβληθούμε σε μια συζήτηση ακυρώνοντας τον συνομιλητή μας.

Ο μεγάλος πνευματικός δάσκαλος Eckhart Tolle έχει σε κάποιο από τα κείμενά του επισημάνει σχετικά με το θέμα αυτό ότι όλα είναι θέμα συνειδητότητας και ουσιαστικής θέλησης. Για να επιτύχεις την ενεργητική ακρόαση του συνομιλητή σου στην τελική το σημαντικότερο εφόδιο είναι η θέληση να βιώσεις τη χαρά να ακούσεις, να δώσεις την ευκαιρία στον άλλο να εκφραστεί, να γίνεις κοινωνός των δικών του/της εικόνων και οπτικών. Είναι τόσο απλό όσο μια στιγμαία (αλλά ριζική απόφαση) που υπαγορεύει ότι επιθυμείς συνειδητά να πάψεις την ανάγκη της δικής σου προβολής και να ρίξεις τον προβολέα στον άλλο άνθρωπο.

Ακούγοντας διεισδυτικά και με νοητική καθαρότητα θα ψηλαφίσουμε, αν είμαστε τυχεροί, κάποια παιδαγωγικά στοιχεία που εκπορεύονται από την ακρόαση και από τον διάλογο. Η ενεργητική ακρόαση και ο διάλογος εφόσον πληρούνται κάποιες ουσιώσεις προϋποθέσεις και από τις δύο πλευρές, μπορούν να οδηγήσουν σε βαθύτερη ψυχική επαφή και σε πνευματικές κατακτήσεις και για τους δύο. Ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι σημασία σε μια κατάθεση ψυχής δεν έχει τόσο τι θα ακούσει ο άλλος όσο το τι θα πεις εσύ. Έτσι αφήνοντας τον άλλο να μιλήσει, του προσφέρουμε το δώρο της εξομολόγησης, του ανοίγματος και του μοιράσματος, με όλα τα ευεργετικά οφέλη που μπορούν να προκύψουν.

Προσοχή όμως σε αυτό το σημείο. Το ότι ακούω ενεργητικά τον άλλο δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι ασπάζομαι και τις απόψεις του ή ότι μετατρέπομαι σε ευάλωτο θύμα που υιοθετεί τον ψυχισμό και την νοοτροπία του άλλου. Θέλει μεγάλη προσπάθεια στο να κρατηθεί μια αναγκαία ψυχολογική απόσταση από κάθε στάση η οποία μπορεί να βάλει σε κίνδυνο την δική μας ψυχική ισορροπία. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στις οποίες η συμπεριφορά του συνομιλητή μας δεν υπακούει στις ουσιώδεις προδιαγραφές ενός ώριμου διαλόγου με αποτέλεσμα τοξική ή εν γένει ανώριμη διαχείριση της επικοινωνίας. Διάλογος σημαίνει άποψη, αντίθεση, διαφωνία, σύγκρουση, συγκερασμός και τελικά σύνθεση. Δεν σημαίνει ένταση. Πολλοί άνθρωποι ταυτίζουν την διαφωνία με την ένταση, όμως αυτές οι δύο έννοιες δεν έχουν κάποια αναγκαία συσχέτιση. Η ανώριμη διαχείριση της επικοινωνίας από την πλευρά του συνομιλητή μας μπορεί να προκαλέσει φαινόμενο domino και η έλλειψη συνειδητότητας του συνομιλητή μας ή οι αρνητικές ενέργειες που μεταφέρει να διεγείρουν τις αντίστοιχες δικές μας αρνητικές ενέργειες και τα ομόλογα κέντρα του δικού μας υποσυνείδητου που συντονίζονται με αυτά του συνομιλητή μας. Η άνευ όρων παράδοση σε αυτό το παιχνίδι “ping pong” οδηγεί σε ανεξέλεγκτες εντάσεις και σε ένα κίβδηλο παιχνίδι εξουσίας στο οποίο υπάρχουν μόνο χαμένοι χωρίς κανέναν νικητή.

Συνεπώς, ως μικρή πρακτική συμβουλή, την επόμενη φορά που θα βρεθείς κοντά σε οικεία και μη άτομα, στον προσωπικό, οικογενειακό και επαγγελματικό σου κύκλο, δοκίμασε, έτσι για αλλαγή, μια άλλη στάση απέναντι στα πράγματα. Κράτα λίγο τον νου και τη γλώσσα σου, κάνε μια παύση, καταλάγιασε την αφηνιασμένη ορμή σου, άσε τον(την) άλλο(η) να μιλήσει και άκου. Άκου, μάθε και ενδοσκόπησε. Και μην ξεχνάς ότι στην τελική οι άνθρωποι δεν μας επηρεάζουν τόσο πολύ με αυτά που λένε, αυτά που γνωρίζουν ή αυτά που πιστεύουν, αλλά με αυτά που ΕΙΝΑΙ. Ακούγοντας και βλέποντας πραγματικά το τι είναι ο άλλος, μπορείς καλύτερα να συνειδητοποιήσεις και το τι είσαι εσύ.

Μάθε να αποδέχεσαι

Εδώ ερχόμαστε στο πιο δύσκολο ίσως κομμάτι των ανθρώπινων σχέσεων, στο σημείο το οποίο ελαχιστότατοι καταφέρνουν να κατακτήσουν και το οποίο για να κατακτηθεί απαιτεί μια πολύ συνειδητή προσέγγιση, θέλει αυτό που λέμε κοινώς “κότσια”.

Μια μεγάλη βάση πλάνης που εδράζεται στο Εγώ είναι αυτή που σχετίζεται με τις προσδοκίες που έχουμε από τους άλλους ανθρώπους. Για όλα τα θέματα της ζωής έχουμε τη δική μας οπτική, τις δικές μας πεποιθήσεις και απόψεις, την δική μας ψυχολογική προσέγγιση και τις δικές μας νοοτροπίες και κοσμοθεωρίες. Έχουμε την προσδοκία ότι το σύνολο όλων αυτών των προαναφερθέντων νοητικών σχημάτων θα το ενστερνίζεται και ο άνθρωπος που έχουμε δίπλα μας. Αυτό είναι μια από τις μεγαλύτερες πλάνες. Πρώτον διότι μας περιχαρακώνει στα αυστηρά σύνορα του δικού μας Εγώ και δεύτερον διότι δεν μας επιτρέπει να αγγίξουμε ουσιωδώς πνευματικά την άλλη ύπαρξη. Έχουμε την συνήθεια να προβάλλουμε στους άλλους τις δικές μας προσδοκίες, αγωνίες, αστοχίες και όνειρα, παραβλέποντας το γεγονός ότι καθένας είναι μια ανεξάρτητη και ελεύθερη οντότητα με τις δικές του αντίστοιχες προσδοκίες, τις δικές του αγωνίες, αστοχίες και όνειρα. Η προβολή των προσδοκιών μας στους άλλους και η στηλίτευσή τους όταν αποτυγχάνουν να εκλπηρώσουν αυτές τις προσδοκίες μας είναι αδιαμφισβήτητα ψυχικώς επιβλαβείς και για τις δύο πλευρές. Ειδικά σε περιπτώσεις σχέσεων όπως γονείς-παιδιά, εκεί είναι που έχουμε ακόμα μεγαλύτερες συνέπειες, καθοριστικές για τη ζωή κάθε νέου ανθρώπου στο ρου της ψυχοσυναισθηματικής του ανάπτυξης.

Και πάλι εδώ είναι σημαντικό να γίνει η επισήμανση ότι αποδέχομαι τον άλλο σημαίνει κατανοώ αυτό που είναι αλλά δεν σημαίνει ότι ενστερνίζομαι ή ότι υιοθετώ τις συμπεριφορές του και την συνολικότερη στάση του απέναντι στη ζωή και στα πράγματα. Πάλι απαιτείται συνειδητή προσπάθεια πνευματικές θωράκισής μας κατά την αλληλεπίδραση με τους άλλους, ώστε να διασφαλίσουμε ότι η έλλειψη συνειδητότητας των άλλων δεν θα αποτελέσει λαθραίο φορτίο στον δικό μας ψυχισμό. Και συν τοις άλλοις έχουμε να διαχειριστούμε και την δική μας έλλειψη συνειδητότητας, έργο καθαρά προσωπικό και βαθιά πνευματικό.

Το μήνυμα που οφείλουμε να υπενθυμίζουμε καθημερινά στον εαυτό μας είναι ότι κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και φέρει τον Θεό μέσα του. Η θεϊκή ουσία κάθε ανθρώπου είναι η κοινή ουσία που ενυπάρχει σε όλους τους ανθρώπους και αποτελεί τον συνεκτικό κρίκο που μας ενώνει. Ας γνωρίσουμε την ανθρώπινη διάσταση του άλλου και ας την αποδεχτούμε ακριβώς όπως είναι και παράλληλα να μην λησμονούμε να επιδιώκουμε την σύνδεσή μας με την θεϊκή του διάσταση. Να αποδεχόμαστε δηλαδή τον άλλο στο σώμα και στον Νου για αυτό που είναι αλλά συνάμα να μπορούμε τον βλέπουμε και με τα μάτια της ψυχής, αντιλαμβανόμενοι την κοινή μας ουσία.